σίττυβος

ὁ, Α
χάλκινο ή ορειχάλκινο μεγάλο σκεύος, είδος χύτρας, καζάνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. συνδέεται με τον τ. σίττυβα* ()].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίττυβον — σίττυβος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Syllabus — A syllabus (pl. syllabi or syllabuses; from Latin syllabus list , in turn from Greek σίλλυβος or σίττυβος sillybos/sittybos parchment label, table of contents ), is an outline and summary of topics to be covered in an education or training course …   Wikipedia

  • σίσυβος — ὁ, Α 1. (κατά τον Φώτ.) «κροσσοί, ἱμάντες» 2. (κατά τον Ευστ.) «τοὺς θυσάνους γλῶσσά μέν τις σισύβους καλεῑ, ἡ δὲ κοινὴ κροσσούς». [ΕΤΥΜΟΛ. Σπάνιος διαλ. τ., αντί τού θύσανος, που συνδέεται με τα σίλλυβος και σίττυβος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.